-θαλασσ(ο)

-θαλασσ(ο)
πρώτο συνθετικό λέξεων που προσδίδει στο δεύτερο συνθετικό τη σημασία: α) σχέσης με τη θάλασσα («θαλασσόλυκος», «θαλασσασφάλεια»
β) δοκιμασιών, βασάνων («θαλασσοπνίγομαι», «θαλασσοδέρνω»)
γ) αναστάτωσης, ταραχής («θαλασσοποιώ»).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) θαλασσόβιος, θαλασσογενής, θαλασσοκρατώ, θαλασσοκράτορας (-ωρ), θαλασσομάχος, θαλασσόπληκτος, θαλασσοποιός, θαλασσοπόρος
αρχ.
θαλασσαίγλη, θαλασσίγονος, θαλασσοβαφής, θαλασσοβραχής, θαλασσοειδής, θαλασσοκοπώ, θαλασσοκράμβη, θαλασσομέδων, θαλασσομέλι, θαλασσομιγής, θαλασσόμοθος, θαλασσονόμος, θαλασσόπαις, θαλασσόπλαγκτος, θαλασσοπλάνητος, θαλασσόπλους, θαλασσοποιός, θαλασσοπόρφυρος, θαλασσοτείχιστος, θαλασσότοκος, θαλασσουργός, θαλασσοφυλακώ
μσν.
θαλασσαυλώ, θαλασσοβαδίζω, θαλασσογείτων, θαλασσοδομέτρης, θαλασσοπέλαγος, θαλασσοπλήκτης, θαλασσοπόλεμος, θαλασσοπόνος, θαλασσούχος, θαλαττοβαδίζω, θαλαττομοχθώ
μσν.- νεοελλ.
θαλασσοβάτης, θαλασσοβράχι, θαλασσογράφος, θαλασσόχρους
νεοελλ.
θαλασσάγκαθο, θαλασσαετός, θαλασσασφάλεια, θαλάσσερμα, θαλασσοαναιμία, θαλασσοβουτιά, θαλασσόβραχος, θαλασσοβρεγμένος, θαλασσόγαμπρος, θαλασσογέννημα, θαλασσοδάνειο, θαλασσοδέρνω, θαλασσοδρόμος, θαλασσόζωστος, θαλασσοθεραπεία, θαλασσοθραύστης, θαλασσόθρεφτος, θαλασσοκόρακας, θαλασσόλουστος, θαλασσόλυκος, θαλασσομάννα, θαλασσόνερο, θαλασσονύμφη, θαλασσοξακουσμένος, θαλασσοπαλευω, θαλασοπνίνω, θαλασσοπούλι, θαλασσοσαύρια, θαλασσόσφαιρα, θαλασσοταραχή, θαλασσοτόμος, θαλασσοφοβία, θαλασσοφουρτούνα, θαλασσόφυλλο, θαλασσόφυτα, θαλασσοχαρής, θαλασσόχαρος, θαλασσόχελυς, θαλασσοχελώνη, θαλασσόχρωμος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • θάλασσ' — θάλασσα , θάλασσα sea fem nom/voc sg θάλασσαι , θάλασσα sea fem nom/voc pl θά̱λᾱσσι , θάλλω sprout aor part act masc/neut dat pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ινός — κατάλ. πολλών επιθέτων τής ελληνικής η οποία απαντά ήδη από τους ομηρικούς χρόνους και αποτελεί επαυξημένη μορφή τής κατάλ. νος (< IE * no ). Η κατάλ. ινός εμφανίζεται σε επίθετα που προέρχονται από ουσ. ή επιρρ. και σχηματίστηκε με απόσπαση… …   Dictionary of Greek

  • Λυσεύς — Λυσεύς, ὁ (Α) επίκληση τού Διονύσου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λυσ (πρβλ. ἔ λυσ α, αόρ. τού λύω) + κατάλ. εύς (πρβλ. θαλασσ εύς)] …   Dictionary of Greek

  • εφυπνίδιος — ἐφυπνίδιος, ον (Α) αυτός που φέρνει ύπνο, που οδηγεί σε ύπνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + *ὑπνίδιος (< ὕπνος + κατάλ. ιδιος), πρβλ. θαλασσ ίδιος, πτερ ίδιος) …   Dictionary of Greek

  • θάλασσα — Το σύνολο του όγκου του αλμυρού νερού που καλύπτει τις κοιλότητες της γήινης επιφάνειας και επιτρέπει να προβάλλουν η ηπειρωτική ξηρά και τα νησιά. Με την περιορισμένη έννοια, ο όρος υποδηλώνει ένα οποιοδήποτε, πολύ ή λίγο, ευρύ τμήμα του ίδιου… …   Dictionary of Greek

  • θαλασσαίος — θαλασσαῑος, α, ον (Α) θαλάσσιος («θαλασσαῑον... δελφῑνα», Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θάλασσ α + επίθημα αιος (πρβλ. εδρ αίος, εχιδν αίος)] …   Dictionary of Greek

  • καμηλίτης — καμηλίτης, ὁ (Α) 1. αυτός που οδηγεί καμήλες, καμηλιέρης («δακὼν τὸν καμηλίτην ἀπέκτεινε», Αριστοτ.) 2. αυτός που καβαλικεύει καμήλα, που επιβαίνει σε καμήλα 3. καμηλέμπορος 4. φρ. (κατά το λεξ. Σούδα) «καμηλίτης βοῡς» άγριο βόδι, βόαγρος.… …   Dictionary of Greek

  • κανθαρίτης — κανθαρίτης, ὁ (Α) [κανθάρεως] (ενν. οίνος) είδος κρασιού που παρασκευαζόταν από το είδος τού αμπελιού κανθάρεως*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κανθάρεως (ενν. οίνος) + κατάλ. ίτης που απαντά και σε ονομασίες άλλων κρασιών (πρβλ. δαφν ίτης, θαλασσ ίτης)] …   Dictionary of Greek

  • καφετής — και καφεδής, ιά, ί αυτός που έχει το χρώμα τού καφέ. [ΕΤΥΜΟΛ. < καφεδ (πρβλ. καφέδ ες πληθ. τού καφές) + κατάλ. ής (πρβλ. θαλασσ ής, μουσταρδ ής). Ο τ. καφετής σχηματίστηκε αναλογικά με τα επίθ. που δηλώνουν χρώμα και έχουν ληκτικό θεματικό… …   Dictionary of Greek

  • κιβαρίτης — κιβαρίτης, ὁ (Μ) πιτυρούχος άρτος, ψωμί παρασκευασμένο από αλεύρι κακής ποιότητας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κιβάριον + κατάλ. ίτης (πρβλ. θαλασσ ίτης, οριγαν ίτης)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”